Αρχαιολογική Συλλογή Γαλαξειδίου

Όψη από την μονή Μεταμόρφωσης Σωτήρος στο Γαλαξείδι
© ΕΦΑ Φωκίδας, ΥΠ.ΠΟ.A

Η Αρχαιολογική Συλλογή Γαλαξειδίου στεγάζεται σε μια αίθουσα του Ναυτικού και Ιστορικού Μουσείου Γαλαξειδίου και υπάγεται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Φωκίδας. Το κτήριο κατασκευάστηκε λίγο πριν το 1870 για να στεγάσει το Σχολείο Θηλέων, το δημαρχείο και το αστυνομικό κατάστημα, χρήσεις που διατήρησε ως το 1979, ενώ ήδη από το 1932 συστέγαζε και το Τριχαπτοποιείον, δηλαδή τη σχολή υφαντικής και χειροτεχνίας. Η συλλογή συστάθηκε το 1932 με βάση δωρεές ιδιωτών, αλλά εν συνεχεία συμπεριέλαβε και ευρήματα ανασκαφών από την ευρύτερη χερσαία και θαλάσσια περιοχή του Γαλαξειδιού, τα οποία μεταφέρθηκαν εκεί το 1979 από τους Δελφούς.


Η έκθεση έχει διαμορφωθεί με βάση τα ευρήματα και έχει οργανωθεί σε τρεις θεματικές ενότητες, «Ιδιωτικός βίος – Καθημερινή ζωή», «Εμπόριο και θαλάσσια δραστηριότητα» και «Νεκροταφεία» και ο χαρακτήρας της είναι κυρίως εκπαιδευτικός με πλούσιο εποπτικό υλικό, παρέχοντας ωστόσο μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάγνωση της ζωής του αρχαίου Χαλείου, με το οποίο έχει ταυτιστεί το Γαλαξείδι.

Στην πρώτη προθήκη, αριστερά της εισόδου, παρουσιάζονται οι αρχαίοι οικισμοί στη Δεξαμενή, το Κεφαλάρι, την Αψηφιά και το Ανεμοκάμπι, γύρω από το Γαλαξείδι και τα ευρήματα της παλαιότερης κατοίκησης που ανάγεται στην Πρωτοελλαδική περίοδο (3200-1900 π.Χ.). Ανάμεσα στα εκθέματα ξεχωρίζουν λεπίδες οψιανού και όστρακα κεραμικής της Πρωτοελλαδικής περιόδου από τη νησίδα Αψηφιά, καθώς και αγγεία της Μυκηναϊκής (τρίωτος πιθαμφορέας, ψευδόστομος αμφορέας και σταμνοειδής πυξίδα) και της Γεωμετρικής περιόδου (οινοχόες και σκύφοι) από το νεκροταφείο του Αγίου Αθανασίου.

Στην επόμενη προθήκη εκτίθενται ευρήματα από την πόλη του Γαλαξειδιού. Το τείχος της πόλης, που είναι και σήμερα ορατό σε διάφορα σημεία και ανάγεται στην περίοδο κυριαρχίας των Αιτωλών, στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., όριζε την περιοχή του οικισμού και την καθιστούσε ένα από τα πιο προστατευμένα λιμάνια του Κορινθιακού κόλπου. Από τον οικισμό εντός των τειχών σώζονται ελάχιστα μαθαίνουμε όμως για τη ζωή της πόλης από το νεκροταφείο που ανασκάφηκε στην πλατεία Ηρώων και από τα κτερίσματα μεμονωμένων τάφων. Από τα ευρήματα ξεχωρίζει ένας μελαμβαφής κάνθαρος, δύο λάγυνοι, ένα ερυθροβαφές κύπελλο, ένα ληκύθιο με υπερυψωμένη λαβή, μερικά ατρακτόσχημα μυροδοχεία, και πήλινα λυχνάρια χρονολογούμενα στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο.

Στην προθήκη του βορειοδυτικού τοίχου εκτίθενται αγγεία και άλλα ευρήματα σχετικά με την καθημερινή ζωή των κατοίκων της πόλης. Ανάμεσα στα αρχαιότερα συγκαταλέγονται δύο κοτύλες με γωνιώδεις λαβές που ανάγονται στον 7ο αιώνα π.Χ. Υπάρχουν ακόμα σκύφοι, ένας αμφορίσκος, σφαιρικοί αρύβαλλοι και κυλινδρικές πυξίδες κορινθιακής παραγωγής, κυρίως του 6ου αιώνα π.Χ. Τα αττικά αγγεία περιλαμβάνουν μελανόμορφες κύλικες και ληκύθους του τέλους του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. (Ομάδες του Αίμωνα και των Ανθεμίων), καθώς και δυο μελαμβαφείς κανθάρους κι ένα μόνωτο κύπελλο του τελευταίου τετάρτου του 5ου αιώνα π.Χ. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η ερυθρόμορφη πελίκη με παράσταση ιματιοφόρου ανδρός που στηρίζεται σε βακτηρία και συνομιλεί με ιματιοφόρο νεαρό, και χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ.

Από την κεραμική της Ελληνιστικής εποχής παρουσιάζονται, στην επόμενη προθήκη, ατρακτοειδή και βολβόσχημα μυροδοχεία, λάγυνοι, αμφορείς και μια χύτρα. Στο κατώτερο ράφι εκτίθενται και αρκετοί λύχνοι, τόσο της Ελληνιστικής όσο και της Ρωμαϊκής περιόδου, από τους οποίους ξεχωρίζει ένας με δυο οπές φυτιλιού (δίμυξος ) που η λαβή του έχει μορφή ανθεμίου.

Eπτά αγγεία από φυσητό γυαλί (κύπελλα, αμφορίσκος, μυροδοχεία), εκπροσωπούν την υαλουργία του 1ου αι. μ.Χ. Το σπουδαιότερο είναι ένα κύπελλο χυτό σε μήτρα που φέρει την επιγραφή «Ευφραίνου εφ’ω παρεί» (να χαίρεσαι σε ό,τι συμμετέχεις), παραίνεση προς το συνδαιτυμόνα να απολαμβάνει το συμπόσιο.

Από τον κόσμο της γυναίκας εκτίθενται κυρίως σύνεργα καλλωπισμού, όπως τα δυο χάλκινα κάτοπτρα. Το ένα είναι απλός δίσκος και θα στηριζόταν σε ξύλινη λαβή, ενώ το δεύτερο είναι πτυκτό, φέρει δηλαδή κάλυμμα που κοσμείται με γυναικεία κεφαλή κατά τομή και είναι μάλλον κορινθιακό προϊόν από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Περιλαμβάνονται ακόμα σφηκωτήρες (κοσμήματα μαλλιών), δυο οκτώσχημες σπειροειδείς πόρπες και μια ζώνη που απολήγει σε σπείρες, όλα χάλκινα της Γεωμετρικής περιόδου (9ος-8ος αιώνας π.Χ.). Τέλος. ένα περίαπτο στη μορφή κεφαλής του Άμμωνος Διός ανήκει μάλλον στα ρωμαϊκά χρόνια. Οστέινες περόνες και βελόνες (ανάμεσά τους και μια χάλκινη) συνδέουν τη φροντίδα για την εμφάνιση με το ρουχισμό. Εξάλλου η υφαντουργία κατ’ οίκον ήταν μια από τις κυριότερες γυναικείες δραστηριότητες, όπως μαρτυρούν τα πολυάριθμα πήλινα υφαντικά βάρη (αγνύθες) στο τέλος της προθήκης, ένα από τα οποία φέρει την επιγραφή «Αγησίου».

Η προθήκη απέναντι από την είσοδο περιλαμβάνει πήλινα ειδώλια και μεταλλικά σκεύη και εργαλεία. Τα πήλινα ειδώλια προέρχονται από τη θέση Ακόνα ή Αγκώνα στις υπώρειες του βουνού Ξηροτύρι, όπου λατρευόταν γυναικεία θεότητα. Ανήκουν κυρίως στους τύπους της προτομής, της καθιστής μορφής και της όρθιας μορφής με πόλο που κρατά στο στήθος ένα πουλί. Υπάρχει ακόμα ένα περίτμητο πλακίδιο σφίγγας, πουλιά και καθιστοί κριοί. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν επίσης αγνύθες, αστραγάλους και μικρογραφικά αγγεία και ανάγονται όλα στην ύστερη Αρχαϊκή και την Κλασική περίοδο.

Περισσότερα από 100 χάλκινα αγγεία και σκεύη από το Γαλαξείδι βρίσκονται διάσπαρτα σε 15 μουσεία της Αμερικής και της Ευρώπης. Πρόκειται για προϊόντα αρχαιοκαπηλείας που διενεργήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Το γεγονός αυτό επιβεβαιωσε η ανεύρεση το 1973 μιας ιδιότυπης ληκύθου με κωδωνόσχημο σώμα και υπερυψωμένη λαβή, όμοιας με δύο που φυλάσσονται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο και μιας ακόμα στο Εδιμβούργο με την ένδειξη προέλευσης «Γαλαξείδι». Ο τύπος αυτός είναι άγνωστος ως τώρα από οπουδήποτε αλλού. Το συγκεκριμένο αγγείο αντιπαραβάλλεται στην προθήκη με όμοιό του μελαμβαφές κεραμικό, πιθανότατα κορινθιακού εργαστηρίου. Στην ίδια προθήκη εκτίθεται ακόμα ένας λέβητας του 7ου αιώνα π.Χ., μια οινοχόη του 5ου αιώνα π.Χ., καθώς και μια πυξίδα κι ένα μελανοδοχείο, όλα χάλκινα από το νεκροταφείο στην περιοχή του Αγίου Βλάση.

Σε γωνιακή προθήκη εκτίθεται ένας σχεδόν σφαιρικός αμφορέας της Ύστερης Πρωτοελλαδικής ΙΙ περιόδου (2400-2200 π.Χ.) από το Ανεμοκάμπι, καλυμμένος εξολοκλήρου από στριδώνα καθώς βρέθηκε στη θάλασσα. Σε χαμηλότερη προθήκη εκτίθενται λεπίδες και πυρήνες οψιανού από τη Μήλο και αγγεία από την Κόρινθο και την Αθήνα που επιβεβαιώνουν το εύρος των εμπορικών συναλλαγών της περιοχής. Σ’ ένα διάχωρο με άμμο στο δάπεδο έχουν τοποθετηθεί επτά εμπορικοί αμφορείς για μεταφορά κρασιού, διαφόρων εποχών και προελεύσεων (Κόρινθος, Κέρκυρα, Κνίδος, ελληνιστικός του 1ου αιώνα π.Χ., Αιγαιακού τύπου 5ου-6ου αιώνα μ.Χ.).

Στο τέλος της αίθουσας καταλήγει κανείς στην ενότητα των νεκροταφείων, με ευρήματα από τον Άγιο Αθανάσιο (Γεωμετρικών χρόνων) και μέσα από την πόλη του Γαλαξειδιού (Κλασικών – Ρωμαϊκών χρόνων). Εκτίθεται τμήμα μαρμάρινου αγάλματος και επιτύμβιο ανάγλυφο της ρωμαϊκής εποχής, καθώς και τρεις ενεπίγραφες επιτύμβιες στήλες, οι δύο με αετωματική επίστεψη και ρόδακες. Μια ακόμη ανθεμωτή στήλη βρίσκεται στο χώρο υποδοχής. Χρονολογούνται όλες μεταξύ του 3ου και του 1ου αιώνα π.Χ.

Η γεωμετρική κεραμική περιλαμβάνει κυρίως σκύφους και οινοχόες από την Κόρινθο (και λίγα άβαφα αγγεία), ενώ εκείνη της Κλασικής περιόδου αττικές μελανόμορφες ληκύθους, ένα ερυθρόμορφο αρυβαλλοειδές ληκύθιο, δυο μελαμβαφείς τριφυλλόστομες οινοχόες και μια πυξίδα, καθώς και κωδωνόσχημες γραπτές κορινθιακές ληκύθους, μελαμβαφείς σκύφους, κοτύλες και μια λήκυθο. Η ελληνιστική κεραμική περιλαμβάνει διάφορους τύπους λαγύνων, κορινθιακούς κανθάρους και μικρογραφικές ληκύθους, ατρακτόσχημα μυροδοχεία και αρκετά λυχνάρια. Στα ρωμαϊκά χρόνια είναι συχνά στους τάφους τα βολβόσχημα μυροδοχεία, συνήθως πήλινα αλλά και μερικά γυάλινα. Περιλαμβάνονται επίσης αμφικωνικές οινοχόες γκρίζας κεραμικής, ερυθροβαφή αγγεία (κύπελλο και οπισθότμητη οινοχόη) καθώς και λύχνοι με ανάγλυφες παραστάσεις. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ένας με παράσταση μονομάχου, ένας άλλος με Ερωτιδέα και ένας τρίτος με παράσταση γυναικείας μορφής που κρατά δάδες και φέρει μηνίσκο στο κεφάλι, ίσως προσωποποίηση της Νύχτας.

Κείμενο: Δρ. Αθανάσιος Σίδερης, Αρχαιολόγος