Αρχαϊκή περίοδος: Η ανάπτυξη και ακμή του Ιερού

Μνημεία εκατέρωθεν της Ιεράς Οδού,
© ΕΦΑ Φωκίδας, ΥΠ.ΠΟ.A
Ο ρόλος του Ιερού στον Β΄ Αποικισμό

Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. χρονολογούνται τα αρχαιότερα οικοδομήματα που συνδέονται με τη λατρεία του Απόλλωνα. Ωστόσο, αναθήματα που έχουν έρθει στο φως στους Δελφούς επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ήδη από τα τέλη του 10ου αι. π.Χ. το ιερό προσέλκυε προσκυνητές ακόμα και από μακρινούς τόπους. Η ανάπτυξη του ιερού συνδέεται στενά με δύο τομείς που χαρακτηρίζουν την κοινωνική και οικονομική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας: με τον αποικισμό - και ιδιαίτερα τον λεγόμενο Β΄ Αποικισμό του 8ου-6ου αι. π.Χ. - και με τις κοινωνικές και πολιτειακές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό των πόλεων, ιδιαίτερα με την τυραννίδα.
Ο ρόλος του ιερού των Δελφών στην ίδρυση των αποικιών υπήρξε σημαντικός. Θεωρείται ότι πριν από κάθε αποστολή για την ίδρυση αποικίας, η ενδιαφερόμενη πόλη έστελνε πρεσβεία στο ιερό, προκειμένου να ζητήσει χρησμό για την ενδεδειγμένη θέση της νέας πόλης. Δεν αποκλείεται η ίδια η μητρόπολη, δηλαδή η πόλη από την οποία ξεκινούσαν οι οικιστές, να είχε νωρίτερα λάβει την απόφαση για την ίδρυση μιας αποικίας και στο ιερό να υποβαλόταν απλώς αίτημα για την έγκριση της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι πόλεις συμβουλεύονταν τον Απόλλωνα πριν επιχειρήσουν την ίδρυση μιας αποικίας. Ο χρησμός δινόταν προσωπικά στον οικιστή και  συνοδευόταν από πληρεξούσιο με το οποίο ο τελευταίος αναλάμβανε διάφορες λειτουργίες, όπως του βασιλιά, του θρησκευτικού αρχηγού, του στρατιωτικού ηγέτη και του νομοθέτη. Το ιερό συνέχιζε να επιβλέπει τις εξελίξεις στις αποικίες και μετά την ίδρυσή τους. Σε περιπτώσεις μάλιστα κοινωνικής κρίσης πρότεινε κάποιον ως κριτή, με σκοπό να μεσολαβήσει για την αποκατάσταση της τάξης. Τέτοια ήταν, για παράδειγμα, η περίπτωση του Δημώνακτος από τη Μαντίνεια, που στάλθηκε ως καταρτιστήρ (μεσολαβών κριτής) στην Κυρήνη.

Ο ρόλος του Ιερού στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις εντός της Ελλάδας
Το δελφικό ιερό σε όλη τη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου ήταν ενεργά και σταθερά αναμεμιγμένο στις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, ιδιαίτερα μάλιστα σε εκείνες που αφορούσαν στην κοινωνική οργάνωση. Πολύ στενούς δεσμούς με το ιερό διατηρούσε η Σπάρτη και παρά τις αμφιβολίες που υφίστανται σήμερα σχετικά με την ιστορικότητα του Λυκούργου και τις μεταρρυθμίσεις που του αποδίδονται, είναι βέβαιο πως, ήδη από τα χρόνια του Τυρταίου, ο ρόλος των Δελφών σε αυτές τις βαθιές αλλαγές ήταν σημαντικός (Ηρόδ. 1, 65; Πλούταρχος, Λυκούργος 29). 
Στενή φαίνεται ότι υπήρξε η σχέση των Δελφών και με την τυραννίδα, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι ιερείς υποστήριξαν τους τυράννους. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία που μας παραδίδει ο Ηρόδοτος (5, 92) σχετικά με την προφητεία του Μαντείου για τον Κύψελο ως μελλοντικό τύραννο της Κορίνθου. Ανάλογη υποστήριξη είχε και ο Κύλων στην προσπάθειά του να γίνει τύραννος των Αθηναίων, απέτυχε όμως επειδή δεν ερμήνευσε το χρησμό σωστά (Θουκυδίδης 1, 126, 5). Υπήρξαν, όμως, και περιπτώσεις όπου το ιερό αντιτάχθηκε σε τυραννίδες, όπως συνέβη με τους Ορθαγορίδες στη Σικυώνα (Ηρόδ. 5, 67). 
Όταν η τυραννίδα είχε εξαντλήσει τη λειτουργία της και δεν ανταποκρινόταν πλέον στις αυξανόμενες απαιτήσεις των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων, το ιερό των Δελφών δεν δίστασε να πάρει σαφή θέση εναντίον της. Στην Κυρήνη, γύρω στο 550 π.Χ., κατά τη βασιλεία του Βάττου Γ΄, οι Κυρηναίοι, που είχαν γνωρίσει με τον προηγούμενο βασιλιά μεγάλες καταστροφές, «έστειλαν (απεσταλμένους) στους Δελφούς για να ρωτήσουν τι πολίτευμα να υιοθετήσουν για να ζήσουν με τον καλύτερο τρόπο. Η Πυθία τους πρόσταξε να φέρουν έναν νομοθέτη (καταρτιστήρα) από την Μαντίνεια της Αρκαδίας» (Αριστ., Πολιτικά 7, 1319 b 18-22). Παρόμοια ήταν η στάση του Μαντείου στην ύστερη τυραννίδα των Πεισιστρατιδών: υποστήριξε τους Αλκμεωνίδες, το κατεξοχήν αντίπαλο γένος τους, παρακίνησε τους Σπαρτιάτες να καταλύσουν την αθηναϊκή τυραννίδα και βοήθησε τον Κλεισθένη στην ομαλή μετάβαση από την τυραννίδα στη δημοκρατία.
Ανάμειξη είχαν οι Δελφοί και σε πολεμικές συγκρούσεις, όπως στην περίπτωση των Περσικών Πολέμων, κατά τους οποίους φαίνεται να κράτησαν, τουλάχιστον στην αρχή, φιλοπερσική στάση. 

Η ακμή και η αίγλη του πανελλήνιου ιερού
Από τον 8ο έως και τις αρχές του 5ου αι. π.X. το ιερό των Δελφών βρίσκεται στην ακμή της ισχύος και της επιρροής του. Όσο συχνότερα απευθύνονταν σε αυτό για συμβουλές ή πληροφορίες τόσο εμπλουτίζονταν οι ειδικές γνώσεις του σε ζητήματα γεωγραφίας, πολιτικών ισορροπιών και κοινωνικών εντάσεων. Οι αποικισμοί διεύρυναν την επιρροή και τη φήμη του και ενίσχυσαν την ηγετική του θέση ως πανελλήνιου ιερού. Εξάλλου, τόσο οι αποικίες όσο και οι τύραννοι διαφόρων πόλεων εμπλούτιζαν το ιερό με αφιερώματα και ιερές πρεσβείες. Αν και συντηρητικό σε θρησκευτικά και λατρευτικά ζητήματα, το ιερό υποστήριζε σχεδόν πάντα τις αλλαγές που επέβαλλαν οι κοινωνικές ανάγκες. Η χρησμοδοσία του Απόλλωνα συνδεόταν με τη νομοθεσία των πόλεων, προσδίδοντάς της αυθεντία, και οι Δελφοί αναλάμβαναν τον ρόλο εγγυητή της κοινωνικής γαλήνης. Το ιερό δεν προσέδιδε στους κυβερνώντες κύρος επικαλούμενο θεϊκή εντολή, υποστήριζε όμως τις αποφάσεις τους, προσθέτοντας νομιμοποιητικό χαρακτήρα. 

Τα πρώτα ναϊκά οικοδομήματα 
Η αρχαϊκή εποχή αποτελεί την απαρχή της διαμόρφωσης του ιερού χώρου των Δελφών με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Στο χώρο του τεμένους της Αθηνάς Προναίας ανεγέρθηκε ο πρώτος πώρινος ναός, που εγκαταλείφθηκε αργότερα λόγω φθοράς από σεισμούς. Αντίστοιχα και στο τέμενος του Απόλλωνα ανεγέρθηκε ο πρώτος ιστορικά τεκμηριωμένος ναός, επίσης από πωρόλιθο. 

Τα αφιερώματα των αρχαϊκών χρόνων (8ος και 7ος αι. π.Χ.) 
Στο τέλος του 8ου αι. π.Χ., μαζί με τα αφιερώματα από όλα τα μέρη της Ελλάδας, καταγράφονται στους Δελφούς και οι πρώτες εισαγωγές από την Ανατολή. Πρόκειται για αντικείμενα που φέρνουν μαζί τους οι Έλληνες ναυτικοί από το εσωτερικό της Ασίας διαμέσου των ελληνικών εμπορικών σταθμών της βόρειας Συρίας (Αl Mina, Τύρος) και των ενδιάμεσων νησιών της Κρήτης, της Κύπρου, της Ρόδου. Στον επόμενο αιώνα ένα πλήθος πολυτελών έργων μεταλλοτεχνίας με νέες τεχνικές και διακοσμητικά θέματα, που είτε προέρχονται από τις χώρες της Εγγύς Ανατολής με τους πανάρχαιους πολιτισμούς των Ασσυρίων, των Χετταίων, του κράτους των Ουραρτού (Αρμενία), ή αποτελούν απομιμήσεις ανατολικών προτύπων, κατακλύζουν το ιερό του Απόλλωνα. Μεταξύ των πρώιμων προσφορών των πιστών δεσπόζουσα θέση έχουν οι χάλκινοι τρίποδες. Στους Δελφούς, ο τρίποδας έχει ιδιαίτερη συμβολική αξία, διότι συνδέεται με τη μαντική ικανότητα του Απόλλωνα και τη διαδικασία χρησμοδοσίας, δεδομένου ότι η Πυθία μπορεί να συλλάβει και να μεταφέρει τη θεϊκή γνώση μόνον όταν κάθεται στον τρίποδα που τη συνδέει με τις χθόνιες δυνάμεις. 

Οι ναοί του 6ου αιώνα π.Χ. 
Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. ο αρχικός ναός του Απόλλωνα καταστρέφεται μάλλον από σεισμό. Λίγο αργότερα, το επιφανές γένος των Αλκμεωνιδών της Αθήνας αυτοεξορίζεται, έπειτα από ανεπιτυχή προσπάθεια να εμποδίσει τον Πεισίστρατο να εγκαθιδρύσει τυραννίδα στη γενέτειρά τους, και καταφεύγει στους Δελφούς. Οι Αλκμεωνίδες, προφανώς επιδιώκοντας να παίξουν ξανά ρόλο στα πολιτικά πράγματα και να δημιουργήσουν συμμαχίες, αναλαμβάνουν να συγκεντρώσουν χρήματα από όλες τις ελληνικές πόλεις για την ανοικοδόμηση νέου ναού, τον οποίο ολοκληρώνουν το 510 π.Χ. Αντίστοιχα και στο τέμενος της Αθηνάς Προναίας οικοδομείται νέος πώρινος ναός, σε αντικατάσταση του προηγούμενου ο οποίος επίσης είχε γκρεμιστεί από κατολισθήσεις. 

Τα αφιερώματα του 6ου αι. π.Χ. 
Τον 6ο αι. π.Χ. οι Δελφοί ζουν περίοδο μεγάλης ευημερίας. Το 590 π.Χ. και ως αποτέλεσμα του Α΄ Ιερού πολέμου η περιοχή της Κρίσσας αφιερώνεται στον Απόλλωνα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ακίνητη περιουσία του ιερού. Δεδομένου ότι είναι η περίοδος που η πολιτική ισχύς του ιερού μεγαλώνει, οι ηγεμόνες βρίσκουν την ευκαιρία να αναδείξουν τον πλούτο και τη δύναμή τους με πολυδάπανα αναθήματα, αγάλματα ή και ολόκληρα οικοδομήματα. Οι πολυάριθμοι προσκυνητές είχαν έτσι την ευκαιρία να θαυμάσουν την καλλιτεχνική αξία των αφιερωμάτων.
Στη διάρκεια του 6ου αιώνα, κατά μήκος της Ιεράς Οδού, που οδηγούσε στο ναό του Απόλλωνα, ανεγείρονται οι πρώτοι Θησαυροί. Πρόκειται για μικρά οικοδομήματα-αφιερώματα στον θεό, που στο εσωτερικό τους φυλάσσονταν πολύτιμα αναθήματα της δωρήτριας πόλης. Ο πρώτος θησαυρός που οριοθετούσε τη μία πλευρά της Άλω, ήταν αυτός των Κορινθίων. Τον αφιέρωσε ο τύραννος της πόλης, Κύψελος, εγκαινιάζοντας μια παράδοση που ακολουθήθηκε αρχικά και από άλλες δυναστικές οικογένειες, αλλά και από τις ίδιες της πόλης. 
Περί το 560 π.Χ. χρονολογείται το μονόπτερο οικοδόμημα που αφιερώθηκε από την Σικυώνα. Μία δωρική ζωφόρος με μετόπες και τρίγλυφα διακοσμούσε το επάνω μέρος του. Τα γλυπτά αυτού του Θησαυρού αποτελούν εξαιρετικό δείγμα της ξακουστής στην αρχαιότητα αρχαϊκής τέχνης της Σικυώνας, καθώς ο ζωγραφικός χαρακτήρας με τα ακριβή περιγράμματα και τις λεπτομέρειες των μορφών κυριαρχεί έναντι του πλαστικού. Τμήματα της ζωφόρου αυτής ανακαλύφθηκαν στα θεμέλια του μεταγενέστερου ναού των Σικυωνίων. Όσο για την πρωταρχική χρήση του μονόπτερου, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι χρησίμευε ως στέγαστρο για το άρμα με το οποίο ο Κλεισθένης νίκησε στις αρματοδρομίες των Πυθίων του 582 π.Χ. 
Δίπλα στα αυστηρά δωρικά οικοδομήματα που έκτισαν στο ιερό των Δελφών οι πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, ο Θησαυρός των Σιφνίων, που χρονολογείται γύρω στο 525 π.Χ., εκπροσωπεί την τεχνοτροπία της ανατολικής νησιωτικής Ελλάδας και τον πλούσιο σε διακόσμηση ιωνικό ρυθμό. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα επιτρέπουν τη λεπτομερή αναπαράστασή του. Στην πρόσοψη, στη θέση των δύο κιόνων ανάμεσα στις παραστάδες, δύο γυναικείες μορφές υποστήριζαν το επιστύλιο, προαναγγέλλοντας τις αντίστοιχες, τις λεγόμενες Καρυάτιδες, του Ερεχθείου.
Στο τέμενος της Αθηνάς Προναίας λίγο πριν την αυγή του 5ου αι. π.Χ. οι πολίτες της μακρινής Μασσαλίας, αποικίας της μικρασιατικής πόλης Φώκαιας, αναθέτουν έναν κομψότατο θησαυρό με εξαιρετικό γλυπτό διάκοσμο, ίσως ευχαριστώντας τη θεά για τη νίκη τους επί των Λιγύων. 
Από πλευράς κινητών μνημείων, πρώτο το Άργος αφιερώνει δύο όμοια υπερμεγέθη αγάλματα. Πρόκειται για το παλαιότερο μνημειακό ανάθημα των Δελφών και ένα από τα πρώτα δείγματα της «μεγάλης» αρχαϊκής πλαστικής, που φέρουν την υπογραφή του Αργείου γλύπτη Πολυμήδη. Αποτελούν ένα πραγματικό ζευγάρι, πράγμα σπάνιο για την ελληνική τέχνη. Ταυτίστηκαν αρχικά με δύο ρωμαλέα και ευσεβή αδέλφια από το Άργος, τον Κλέοβι και το Βίτωνα, που ζεύτηκαν το άρμα της ιέρειας μητέρας τους για να τη μεταφέρουν στο ναό της Ήρας. Σύμφωνα με νεότερες έρευνες ωστόσο τα δύο αγάλματα ταυτίζονται με τους Διόσκουρους, που η λατρεία τους ήταν διαδεδομένη στην Πελοπόννησο.
Γύρω στο 560 π.Χ., το πλούσιο νησί των Κυκλάδων, η Νάξος, στέλνει μεγαλειώδη προσφορά στον Απόλλωνα των Δελφών. Είναι το άγαλμα της μυθικής Σφίγγας που, με το κολοσσιαίο μέγεθος, την επιβλητική μορφή και θέση της στο ιερό, κοντά στο βράχο της Σίβυλλας, υπογραμμίζει την πολιτική και καλλιτεχνική υπεροχή της Νάξου στην αρχαϊκή εποχή. Το δαιμονικό πλάσμα με το γυναικείο πρόσωπο και το αινιγματικό χαμόγελο, το σώμα λιονταριού και τα φτερά πτηνού, καθόταν πάνω στο κιονόκρανο πανύψηλου ιωνικού κίονα που θεωρείται το αρχαιότερο στοιχείο ιωνικού ρυθμού στους Δελφούς. Το κολοσσιαίο μέγεθός της και το ύψος από όπου έλεγχε το δελφικό τοπίο πρέπει να ασκούσε δέος στους προσκυνητές της Αρχαϊκής περιόδου.
Από την ίδια περίοδο προέρχονται και τα περίφημα χρυσελεφάντινα αναθήματα που απεικονίζουν τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. 
Τα διασημότερα αφιερώματα, που περιγράφονται λεπτομερώς από τον Ηρόδοτο (Α, 1.51), είναι τα αναθήματα του Λυδού βασιλιά Κροίσου. Τα αναθήματα αυτά περιλάμβαναν δύο υπερμεγέθεις κρατήρες, έναν αργυρό κι έναν χρυσό, τέσσερις αργυρούς πίθους, δύο περιρραντήρια, επίσης χρυσό και αργυρό αντίστοιχα, κι ένα χρυσό άγαλμα γυναίκας, που πίστευαν ότι εικόνιζε την αρτοποιό του. Κάποια από αυτά τα αναθήματα καταστράφηκαν από πυρκαγιά, ενώ όσα σώθηκαν εκτίθεντο στον θησαυρό των Κλαζομενίων και στον θησαυρό των Κορινθίων:
ἐπιτελέσας δὲ ὁ Κροῖσος ταῦτα ἀπέπεμπε ἐς Δελφούς, καὶ τάδε ἄλλα ἅμα τοῖσι, κρητῆρας δύο μεγάθεϊ μεγάλους, χρύσεον καὶ ἀργύρεον, τῶν ὁ μὲν χρύσεος ἔκειτο ἐπὶ δεξιὰ ἐσιόντι ἐς τὸν νηόν, ὁ δὲ ἀργύρεος ἐπ᾽ ἀριστερά. [2] μετεκινήθησαν δὲ καὶ οὗτοι ὑπὸ τὸν νηὸν κατακαέντα καὶ ὁ μὲν χρύσεος κεῖται ἐν τῷ Κλαζομενίων θησαυρῷ, ἕλκων σταθμὸν εἴνατον ἡμιτάλαντον καὶ ἔτι δυώδεκα μνέας, ὁ δὲ ἀργύρεος ἐπὶ τοῦ προνηίου τῆς γωνίης, χωρέων ἀμφορέας ἑξακοσίους· ἐπικίρναται γὰρ ὑπὸ Δελφῶν Θεοφανίοισι. [3] φασὶ δὲ μιν Δελφοὶ Θεοδώρου τοῦ Σαμίου ἔργον εἶναι, καὶ ἐγὼ δοκέω· οὐ γὰρ τὸ συντυχὸν φαίνεταί μοι ἔργον εἶναι. καὶ πίθους τε ἀργυρέους τέσσερας ἀπέπεμψε, οἳ ἐν τῷ Κορινθίων θησαυρῷ ἑστᾶσι, καὶ περιρραντήρια δύο ἀνέθηκε, χρύσεόν τε καὶ ἀργύρεον, τῶν τῷ χρυσέῳ ἐπιγέγραπται Λακεδαιμονίων φαμένων εἶναι ἀνάθημα, οὐκ ὀρθῶς λέγοντες· [4] ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο Κροίσου, ἐπέγραψε δὲ τῶν τις Δελφῶν Λακεδαιμονίοισι βουλόμενος χαρίζεσθαι, τοῦ ἐπιστάμενος τὸ οὔνομα οὐκ ἐπιμνήσομαι. ἀλλ᾽ ὁ μὲν παῖς, δι᾽ οὗ τῆς χειρὸς ῥέει τὸ ὕδωρ, Λακεδαιμονίων ἐστί, οὐ μέντοι τῶν γε περιρραντηρίων οὐδέτερον. [5] ἄλλα τε ἀναθήματα οὐκ ἐπίσημα πολλὰ ἀπέπεμψε ἅμα τούτοισι ὁ Κροῖσος, καὶ χεύματα ἀργύρεα κυκλοτερέα, καὶ δὴ καὶ γυναικὸς εἴδωλον χρύσεον τρίπηχυ, τὸ Δελφοὶ τῆς ἀρτοκόπου τῆς Κροίσου εἰκόνα λέγουσι εἶναι. πρὸς δὲ καὶ τῆς ἑωυτοῦ γυναικὸς τὰ ἀπὸ τῆς δειρῆς ἀνέθηκε ὁ Κροῖσος καὶ τὰς ζώνας.
Ηρόδοτος, Βιβλίο Α, 1.51.1-5

Κείμενο: Κλεοπάτρα Φέρλα, Δρ. Αρχαίας Ιστορίας