Οι Δελφοί στην κλασική εποχή

Ο κλασικός ναός της Αθηνάς Προναίας,
© ΕΦΑ Φωκίδας, ΥΠ.ΠΟ.A

Η αυγή της κλασικής περιόδου σημαδεύτηκε από τους Περσικούς Πολέμους, οι οποίοι  δεν άφησαν αλώβητους και τους Δελφούς, αν και το ιερό φαίνεται ότι είχε τηρήσει φιλοπερσική στάση, δίνοντας δυσοίωνους χρησμούς στις ελληνικές πόλεις που συγκρούονταν με την περσική αυτοκρατορία. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το 480 π.Χ. οι Πέρσες, στην καθοδική τους πορεία μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, έστειλαν ένα εκστρατευτικό σώμα προς τους Δελφούς, προκειμένου να λεηλατήσουν το ιερό. Οι κάτοικοι της περιοχής λέγεται ότι κατέφυγαν στο Κωρύκειο Άντρο, το οποίο ήταν δύσκολα ανιχνεύσιμο. Ωστόσο, ο περσικός στρατός δεν έφτασε ποτέ στο ιερό, διότι καταδιώχθηκε από δύο τοπικούς ήρωες, τον Φύλακο και τον Αυτόνοο. Η παράδοση πάλι λέει πως δύο κορυφές του Παρνασσού έπεσαν και καταπλάκωσαν τους Πέρσες. 

Οι Δελφοί παρέμειναν αυτόνομοι  ως το 448 π.Χ., όταν οι Φωκείς με τη βοήθεια των Αθηναίων προσπάθησαν να εντάξουν την πόλη στο Φωκικό Κοινό. Η προσπάθεια αυτή συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση των Σπαρτιατών, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο Β΄ Ιερός Πόλεμος. Ωστόσο, οι Φωκείς κατόρθωσαν τελικά να ελέγξουν τους Δελφούς, καθιερώνοντας ένα status quo που διατηρήθηκε ως το 421 π.Χ. Τότε, στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου και της ταπεινωτικής για τους Αθηναίους Νικίειου Ειρήνης, οι Δελφοί ανέκτησαν την ελευθερία τους. Η ανεξαρτησία διατηρήθηκε έως το 356 π.Χ., όταν οι Φωκείς κατέλαβαν την πόλη σε αντίποινα για ένα βαρύ πρόστιμο που τους είχε επιβάλει το συνέδριο των Αμφικτυόνων. Αυτό πυροδότησε τον Γ΄ Ιερό πόλεμο και έδωσε το έναυσμα στον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας να αναμιχθεί στα πολιτικά πράγματα της Κεντρικής Ελλάδας. Οι Φωκείς λεηλάτησαν το ιερό και τους θησαυρούς του προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις. Τέλος, το 339 π.Χ. ένας άλλος, σχετικά σύντομος αυτή τη φορά πόλεμος, ο  Δ΄ Ιερός Πόλεμος, ξέσπασε με αφορμή κάποιες ενέργειες των Λοκρών της Άμφισσας, οδηγώντας στην οριστική επικράτηση του Φιλίππου Β΄ στον ελλαδικό χώρο. 

Η εξέλιξη του ιερού χώρου κατά την κλασική περίοδο
Κατά την κλασική περίοδο ανεγέρθηκαν στο τέμενος σημαντικά και γνωστά οικοδομήματα. Η Ιερά Οδός πλαισιώθηκε με τον Θησαυρό των Αθηναίων, τη Στοά των Αθηναίων, τον Θησαυρό των Μεγαρέων, τον Θησαυρό των Θηβαίων. Ο ναός του Απόλλωνα, που βρισκόταν στο τέλος της Ιεράς Οδού, κτίστηκε εκ νέου το 330 π.Χ., στο τέλος της κλασικής περιόδου, ενώ ο βωμός του ναού  (βωμός των Χίων), που είχε οικοδομηθεί περί το 475 π.Χ., αναμορφώθηκε, ώστε να ταιριάζει αρχιτεκτονικά με το ναό. Την περιοχή γύρω από το ναό κόσμησαν καλλιτεχνικά αριστουργήματα όπως το Ανάθημα του Δαόχου. Στο τέμενος της Αθηνάς Προναίας ανεγέρθηκε η Θόλος, ο δωρικός Θησαυρός και, αργότερα, ο ασβεστολιθικός ναός της Αθηνάς Προναίας. 
Προς τα τέλη της κλασικής εποχής κατασκευάζονται και τα πρώτα κτίρια δημόσιου και αθλητικού χαρακτήρα, όπως το Γυμνάσιο, ανάμεσα στο τέμενος της Αθηνάς Προναίας και την Κασταλία πηγή, και το Στάδιο επάνω από το ναό του Απόλλωνα. Τέλος, κατά την κλασική περίοδο αφιερώθηκαν στους Δελφούς αναθήματα υψηλής καλλιτεχνικής αξίας. Ορισμένα από τα σωζόμενα αναθήματα μας δίνουν μια ιδέα από τον πλούτο που είχε συσσωρευθεί στην πόλη και το ιερό μετά τους περσικούς πολέμους. 
Ο περίφημος Ηνίοχος, ένα από τα αριστουργήματα του λεγόμενου «αυστηρού ρυθμού», που σηματοδοτεί τη μετάβαση από την αρχαϊκή στην κλασική εποχή, αλλά και μικρότερα χάλκινα αναθήματα, όπως το θυμιατήριο με τη μορφή πεπλοφόρου και το  ζεύγος των κούρων, τα οποία βρέθηκαν μέσα στον αποθέτη της Ιεράς Οδού, αποτελούν μερικά μόνο από τα δείγματα της πρώιμης κλασικής τέχνης. Δυστυχώς, πολλά από τα αναθήματα καταστράφηκαν στην περίοδο του Γ΄ Ιερού Πολέμου, ενώ άλλα μεταφέρθηκαν στη Ρώμη μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση. 
Φαίνεται, ωστόσο, πως στον 2ο αι. μ.Χ. υπήρχαν ακόμη αρκετά αγάλματα μεγάλης γλυπτικής που κοσμούσαν τον χώρο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Παυσανία αλλά και του Πλουτάρχου. Ο τελευταίος περιγράφει λεπτομερώς το γλυπτό σύνταγμα των 37 αγαλμάτων που είχαν αφιερώσει οι Λακεδαιμόνιοι μετά τη νικηφόρα μάχη τους στους Αιγός Ποταμούς (405 π.Χ.), που τους έδωσε την τελική επικράτηση στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Οι Λακεδαιμόνιοι προφανώς ακολούθησαν την πρακτική που είχαν καθιερώσει οι Αθηναίοι περί το 460 π.Χ., όταν ανέθεσαν στον Φειδία να κατασκευάσει γλυπτό σύνταγμα από 13 αγάλματα από τα λάφυρά τους κατά τους Περσικούς Πολέμους. Ονόματα μεγάλων γλυπτών, όπως ο Αγελάδας από  το Άργος και ο Ονάτας από την Αίγινα αναφέρονται μεταξύ των δημιουργών που κόσμησαν με τα έργα τους το ιερό τέμενος του Απόλλωνα. 
Στο τέλος της κλασικής περιόδου, την εποχή που τα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου προήλαυναν ήδη στην Ανατολή, ένα άλλο αριστούργημα της τέχνης σηματοδοτεί το πέρασμα στην ελληνιστική εποχή: οι «τρεις χορεύτριες», το γλυπτό σύμπλεγμα τριών κορασίδων που φαίνονται σα να ξεπηδούν από έναν κίονα ύψους 10 μέτρων, τυλιγμένο με φύλλα ακάνθου, στήριζαν περίτεχνο τρίποδο μέσα στο οποίο ενδεχομένως βρισκόταν ο γνωστός σε όλους «ομφαλός». Η στήλη στήθηκε ίσως με αφορμή την Πυθαΐδα του 330-325 π.Χ. Σύγχρονες ερμηνείες απέδειξαν ότι η χορευτική κίνηση των χεριών στην ουσία ήταν ένας τρόπος στήριξης του τρίποδα, ενώ οι τρεις γυναικείες μορφές μάλλον αντιστοιχούσαν στις τρεις κόρες του μυθικού Αθηναίου βασιλιά Κέκροπα. 

Κείμενο: Αφροδίτη Καμάρα, Δρ. Αρχαίας Ιστορίας