Οι Δελφοί στην Οθωμανική περίοδο

Απεικόνιση των Δελφών και των Φαιδριάδων.
Ambroise Tardieu, 1852,
αρχείο Λ. Παπαλεξανδρή

 Οι Δελφοί ακολούθησαν την ιστορία της Φωκίδας με αλλεπάλληλες μεταβολές ηγεμόνων κατά τη διάρκεια της Λατινοκρατίας, έως το 1410, όταν οι Οθωμανοί οριστικοποίησαν την εξουσία τους στην περιοχή. Η ίδια η τοποθεσία παρέμεινε σχεδόν ακατοίκητη για αιώνες, ενώ φαίνεται πως ένα από τα πιο πρώιμα κτίσματα της νεότερης εποχής ήταν το μοναστήρι της Παναγιάς, το οποίο κτίστηκε πάνω στα οικοδομικά λείψανα του αρχαίου γυμνασίου. Σταδιακά άρχισε να δημιουργείται ένας οικιστικός πυρήνας, που εξελίχθηκε στο χωριό  Καστρί. 


Η αναφορά του Κυριακού της Ανκόνα
Ο πρώτος δυτικός περιηγητής που περιέγραψε τις ορατές δελφικές αρχαιότητες και μας κληροδότησε μια σπάνια εικόνα του χώρου για μια περίοδο σχετικά άγνωστη ήταν ο Κυριακός ο Αγκωνίτης (ή, κατά κόσμον, Ciriaco de Pizzicoli). Πρόκειται για μια λαμπρή μορφή και γνήσιο εκπρόσωπο του αναγεννησιακού ουμανισμού. Ξεκίνησε την καριέρα του ως έμπορος, ωστόσο οι αρχαιότητες που συναντούσε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του τον συγκίνησαν ιδιαίτερα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μάθει αρχαία ελληνικά και λατινικά σε ηλικία τριάντα ετών και στη συνέχεια να ταξιδέψει πολύ, προκειμένου να εξερευνήσει και να καταγράψει θέσεις με αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αναλαμβάνοντας παράλληλα και διάφορες διπλωματικές αποστολές ιδιαίτερα στην Οθωμανική αυλή. Ο Κυριακός επισκέφθηκε τους Δελφούς τον Μάρτιο του 1436, στο πλαίσιο ευρύτερου ταξιδιού στην Ελλάδα και την ανατολική Μεσόγειο, και παρέμεινε εκεί για έξι ημέρες, καταγράφοντας τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, με οδηγό την περιγραφή του Παυσανία. Σε αυτόν οφείλουμε τις περιγραφές του θεάτρου και του σταδίου, καθώς και αρκετών ορατών γλυπτών. Επίσης, σημαντική ήταν η συνεισφορά του στην επιγραφική, καθώς κατέγραψε πλήθος επιγραφών. Βέβαια, οι ταυτίσεις του δεν ήταν πάντοτε ορθές: το κυκλικό κτίριο που περιέγραψε ως ναό του Απόλλωνα, για παράδειγμα, δεν ήταν παρά οι δύο ημικυκλικές βάσεις από τα αναθήματα των Αργείων.
Οι πληροφορίες για τους επόμενους δύο αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας είναι σχετικά πενιχρές και συγκεχυμένες. Με την ονομασία Καστρί οι Δελφοί υπάγονταν στον καζά των Σαλώνων. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι ο καταστροφικός σεισμός του 1580, που έπληξε όλη την περιοχή της Άμφισσας, προκάλεσε μεγάλες ζημιές στις ως τότε ορατές αρχαιότητες. 

Οι ξένοι περιηγητές
Οι πληροφορίες για τους Δελφούς της οθωμανικής περιόδου πληθαίνουν μαζί με τους περιηγητές που τους επισκέπτονται. Όπως και στην αρχαιότητα, από τους Δελφούς περνούσε ένας από τους δρόμους που συνέδεε τη δυτική με την ανατολική Ελλάδα. Αρκετοί περιηγητές αποβιβάζονταν στην Ιτέα ή στη Ναύπακτο και στη συνέχεια έκαναν τον δρόμο αυτόν οδικώς, με τη βοήθεια υποζυγίων. Από τα μέσα του 17ου αιώνα, οι  επισκέψεις αυτές πολλαπλασιάστηκαν, καθώς στην Ευρώπη εξαπλωνόταν η μόδα των περιηγήσεων και της αρχαιολατρείας. Από τους πρώτους Ευρωπαίους επισκέπτες των Δελφών ήταν το δίδυμο των George Wheeler και Jacob Spon, που επισκέφθηκαν την περιοχή τον Ιανουάριο του 1676. Το πρώτο κτίσμα που τράβηξε την προσοχή τους, όπως και πολλών άλλων κατοπινών επισκεπτών, ήταν το μοναστήρι της Παναγιάς, κτισμένο στη λεγόμενη «Μαρμαριά», επάνω ακριβώς από το αρχαίο γυμνάσιο. Επρόκειτο για μετόχι της Μονής της Ιερουσαλήμ στη βοιωτική Δαύλεια, και έστεκε μέχρι τη δεκαετία του 1890, όταν κατεδαφίστηκε στην διάρκεια της «Μεγάλης Ανασκαφής». Στο μοναστήρι αυτό κατέλυαν πολλοί από τους περιηγητές, οι περισσότεροι από τους οποίους μνημονεύουν το καλό κρασί που τους πρόσφεραν οι κατά τα άλλα λιτοδίαιτοι μοναχοί. 
Το 1766 πέρασαν από τους Δελφούς ο Richard Chandler, καθηγητής στην Οξφόρδη και καταξιωμένος επιγραφικός, συνοδευόμενος από τον αρχιτέκτονα και σχεδιαστή Nicholas Revett και τον ζωγράφο William Pars. Η αποστολή τους είχε χρηματοδοτηθεί από την περίφημη Εταιρεία των Dilettanti, η οποία καλλιεργούσε συστηματικά το ενδιαφέρον για τις ελληνορωμαϊκές αρχαιότητες στη Βρετανία. Οι μελέτες τους δημοσιεύτηκαν το 1769 με τον τίτλο “Ionian Antiquities”, ενώ αργότερα εξέδωσαν μια συλλογή επιγραφών και δύο ταξιδιωτικές περιγραφές για τη Μικρά Ασία (1774) και για την Ελλάδα (1775). 
Εκτός από τις αρχαιότητες που κατέγραψαν, η ομάδα των Βρετανών διέσωσε και μερικές ζωηρές  περιγραφές της καθημερινής ζωής στο Καστρί, ιδιαίτερα την επίσκεψη μιας ομάδας Τουρκαλβανών, που ενεργούσαν ως φύλακες των ορεινών δρόμων και δημιούργησαν έντονα αρνητική εντύπωση στους Βρετανούς με την «βάρβαρη» συμπεριφορά τους. 
To 1805 επισκέφθηκε τους Δελφούς ο E. Dodwell, συνοδευόμενος από τον ικανό ζωγράφο Simone Pomardi. Οι περιγραφές του είναι απλές αλλά ακριβείς, όπως και τα εξαιρετικά χαρακτικά του Pomardi, που διακόσμησαν το βιβλίο του, το οποίο εκδόθηκε το 1821. Εκτός από τις αρχαιότητες, περιγράφει και αυτός με τη σειρά του σκηνές της καθημερινής ζωής, όπως ένα αξιομνημόνευτο δείπνο στο χωριό Χρισσό ή τη φιλοξενία που τους παρείχε ο παπάς του Καστριού, σε ένα μονόχωρο σπίτι χωρίς εξαερισμό για τη διαφυγή του καπνού από την εστία, όπου όλη η οικογένεια ζούσε μαζί.  
Μια τόσο γνωστή στη Δύση τοποθεσία όπως οι Δελφοί, δεν θα μπορούσε να μη συμπεριλαμβάνεται στο δρομολόγιο του μεγάλου φιλέλληνα, του Λόρδου Βύρωνα, που επισκέφθηκε την περιοχή το 1809. O Byron συνοδευόταν από τον φίλο του John Cam Hobhouse. Από την επίσκεψη αυτή ο ποιητής εμπνεύστηκε, μεταξύ άλλων, τους παρακάτω στίχους:

Yet there I've wandered by the vaulted rill;
Yes! Sighed o'er Delphi's long deserted shrine, 
where, save that feeble fountain, all is still. 


Παράλληλα, παρατήρησε τις χαραγμένες υπογραφές άλλων ταξιδιωτών επάνω στους αρχαίους κίονες, οι οποίοι ήταν κτισμένοι σε δεύτερη χρήση στο μοναστήρι της Παναγιάς∙ μεταξύ άλλων και του Κόμη του Aberdeen, τον οποίο ο Βύρων στηλίτευε, μαζί με τον Έλγιν, για τον ακρωτηριασμό και την κλοπή αρχαιοτήτων. Η απέχθειά του για τις ειδεχθείς πράξεις των συμπατριωτών του δεν τον απέτρεψε, ωστόσο, να αφήσει κι εκείνος την υπογραφή του στο μάρμαρο του ίδιου κίονα, που σήμερα στέκει αναστηλωμένος στο γυμνάσιο των Δελφών. 

Οι πρώτες  δεκαετίες του ελληνικού κράτους
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η μέριμνα για τις αρχαιότητες υπήρξε άμεση σε όλην την επικράτεια. Αρκετά γλυπτά που βρίσκονταν κατά χώραν στους Δελφούς μεταφέρθηκαν αρχικά στην Αίγινα, στο νεοσύστατο αρχαιολογικό μουσείο που ίδρυσε ο Καποδίστριας. Έντονα ήταν όμως τα αιτήματα για δημιουργία μουσείου στην ίδια την περιοχή. Ήδη από τη δεκαετία του 1860 υπήρχε σχέδιο καθολικής ανασκαφής του χώρου αλλά οι περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες του ελληνικού κράτους την έκαναν να φαίνεται σχεδόν αδύνατη. Εν τω μεταξύ οι περιηγητές συνέχισαν τις επισκέψεις τους σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Γάλλος ποιητής και λογοτέχνης Gustave Flaubert, ο οποίος  επισκέφθηκε τον χώρο το 1851. Το αυξανόμενο αυτό κύμα επισκεπτών και αρχαιοδιφών συνέτεινε στη συμφωνία μεταξύ ελληνικού και γαλλικού κράτους για την απαλλοτρίωση του χωριού του Καστριού, τη μετακίνηση των σπιτιών σε άλλη τοποθεσία και τη διενέργεια της μεγαλύτερης, ως τότε, ανασκαφής στον ελλαδικό χώρο. 
 
Κείμενο: Αφροδίτη Καμάρα, Δρ. Αρχαίας Ιστορίας